γομάρι

γομάρι, το και γουμάρι, το
1. το φορτίο, το φόρτωμα, η γομαριά: Κουβάλησε πολλά γομάρια ξύλα.
2. ο γάιδαρος: Φόρτωσα τα σακιά στο γομάρι.
3. μτφ., αγενής, αδιάντροπος, αναίσθητος: Το γομάρι δεν είπε ούτε ένα «ευχαριστώ» για την εξυπηρέτηση που του κάναμε!

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γομάρι — το (AM γομάριον, Μ και γομάριν) φορτίο, φόρτωμα που σηκώνει ένα υποζύγιο μσν. νεοελλ. γάιδαρος νεοελλ. άνθρωπος χοντρός, νωθρός και ανόητος μσν. ζώο με το φορτίο του. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικός τ. τού αρχ. γόμος*] …   Dictionary of Greek

  • Καποίου χάριζαν γομάρι καὶ τὸ τήραε’ς τὰ δόντια. — См. Даровому коню в зубы не смотрят …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • γομαριάζω — [γομάρι] φορτώνω …   Dictionary of Greek

  • αγομάριαστος — η, ο και αγομάριστος [γομάρι] 1. αυτός που δεν δέθηκε σαν φορτίο (αλλιώς γομάρι) για φόρτωμα 2. (για ζώα) αυτό που δεν φέρει φορτίο …   Dictionary of Greek

  • даровому(дареному) коню в зубы не смотрят — Дар не купля: не хают, а хвалят. Ср. Тетенька отнеслась с критикой: зачем же это, говорит, часы серебряные, а ободок желтый? Но маменька помирили, что даровому коню в зубы не смотрят... Лесков. Грабеж. 6. Ср. Ну, паренек, ступай! промолвил… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Даровому коню в зубы не смотрят — Даровому коню въ зубы не смотрятъ. Даръ не купля: не хаятъ, а хвалятъ. Ср. Тетенька отнеслась съ критикой: зачѣмъ же это, говоритъ, часы серебряные, а ободокъ желтый? Но маменька помирили, что даровому коню въ зубы не смотрятъ... Лѣсковъ. Грабежъ …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βασταγός — και βασταός και βαστάος, ο 1. ο γάιδαρος 2. τοίχος που συγκρατεί το χώμα επικλινούς αγρού 3. όριο αγρού 4. πληθ. οι όρχεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βασταγός < (ρ) βαστάζω (πρβλ. αρμεγός < αρμέγω, φευγός < φεύγω κ.ά.). Ο τονισμός πιθ. κατά τα… …   Dictionary of Greek

  • γάιδαρος — Θηλαστικό της τάξης των περιττοδακτύλων. Η επιστημονική ονομασία του είναι όνος. Ο κατοικίδιος γ., που τον χρησιμοποιούν από την αρχαιότητα αφρικανικοί, ασιατικοί και ευρωπαϊκοί λαοί ως ζώο φορτίου, έλξης και ιππασίας, προέρχεται από τον άγριο γ …   Dictionary of Greek

  • γομάρα — η [γομάρι] 1. η γαϊδούρα 2. γυναίκα χοντρή και άξεστη …   Dictionary of Greek

  • γομάριον — γομάριον, το (AM) βλ. γομάρι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.